Μάρτιος 12, 2015

Αποτελεί κοινό τόπο πια ότι η οικονομική κρίση και το δημοσιονομικό πρόβλημα δεν αφορά μόνο τη χώρα μας αλλά ολόκληρο το «δυτικό» κόσμο, όπως Γαλλία, Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής κ.λπ. Μέσα σε αυτή την οικονομική κρίση, λοιπόν, έρχονται οι στατιστικές αναλύσεις και μας παρουσιάζουν στοιχεία αρχικώς «παράδοξα»:
Τα ποσοστά υπέρβαρων (δείκτης μάζας σώματος πάνω από 25 Kg/m2) και παχυσάρκων (δείκτης μάζας σώματος πάνω από 30 Kg/m2) ατόμων έχουν πολλαπλασιαστεί την τελευταία 50ετία παγκοσμίως ιδιαίτερα στις αναπτυγμένες και αναπτυσόμενες χώρες. Ως άμεση συνέπεια αυτού του φαινομένου είναι η έκρηξη στον αριθμό των ατόμων που εμφανίζουν σακχαρώδη διαβήτη, ώστε σήμερα να μιλάμε για 381 εκατομμύρια διαβητικούς σε όλο τον πλανήτη. Υπό αυτό το πρίσμα, η παχυσαρκία και ο σακχαρώδης διαβήτης έχουν πλέον λάβει επιδημικές διαστάσεις σε όλο τον κόσμο, άρα μιλάμε για πανδημία!

Εν μέσω, λοιπόν, οικονομικής κρίσης και ενώ το ποσοστό του πληθυσμού που είναι κάτω από το όριο της φτώχειας ολοένα αυξάνει, έχουμε συνεχή αύξηση των ποσοστών παχυσαρκίας. Αυτό ξεφεύγει από την κλασική εικόνα που έχουμε όλοι στο μυαλό μας, όπου η φτώχεια συνδέεται με την έλλειψη τροφής – θερμίδων και επομένως με την απίσχνανση και την λιμοκτονία. Για παράδειγμα, υπάρχουν ακόμα ανάμεσά μας άτομα που έζησαν την κατοχή του ’40 στην Ελλάδα – και ειδικά στις μεγάλες πόλεις όπως η Αθήνα – και μπορούν να μας περιγράψουν τραγικές εικόνες θανάτου από φτώχεια και πείνα. Αλλά και πιο πρόσφατα έχουμε εικόνες από Αφρική, για παράδειγμα, με παιδιά να λιμοκτονούν από έλλειψη τροφής και νερού.

Αυτές οι εικόνες δεν συνάδουν με τη σύγχρονη μορφή «φτώχειας» του λεγόμενου δυτικού κόσμου. Η μοντέρνα φτώχεια συνδέεται με ένα νέο μοντέλο υπερβολικής λήψης πολύ πυκνών ενεργειακά, φθηνών και κακής ποιότητας τυποποιημένων τροφίμων που προσδίδουν πολλές θερμίδες χαμηλού θρεπτικού περιεχομένου με επακόλουθο την παχυσαρκία και την αύξηση της νοσηρότητας και θνησιμότητας από καρδιαγγειακές παθήσεις και καρκίνους. Τέτοιου είδους τρόφιμα είναι κυρίως αυτά που βρίσκουμε στα διάφορα ταχυφαγεία (πολύ πλούσια σε κορεσμένα λιπαρά, τρανς λιπαρά, διοξίνες, ενδοκρινικούς διαταρράκτες κλπ ενώ είναι φτωχά σε βιταμίνες, ιχνοστοιχεία, φυτικές ίνες, μονοακόρεστα λιπαρά), τα αναψυκτικά (υπερβολική ποσότητα ζάχαρης χωρίς άλλα θρεπτικά στοιχεία), προϊόντα αρτοποιείου με λευκό επεξεργασμένο αλεύρι (ευαπορρόφητο άμυλο με πολύ χαμηλή συγκέντρωση φυτικών ινών) κ.α. Αυτού του τύπου τρόφιμα ευρείας κατανάλωσης είναι οικονομικά και προσιτά ακόμα και από τις οικονομικά ασθενέστερες τάξεις, με συνέπεια την (υπερ)κατανάλωσή τους και συνεπώς την επιβάρυνση της υγείας.

Στον αντίποδα αυτού του φαινομένου βρίσκονται οι διατροφικές επιλογές που υπό τις παρούσες συνθήκες είναι ακριβότερες, όπως φρέσκα φρούτα και λαχανικά, ελαιόλαδο, ψάρια κλπ. Τα τρόφιμα αυτά είναι δυσκολότερο να καταναλωθούν από τους οικονομικά ασθενέστερους οπότε αποτελούν επιλογή των οικονομικά ευρωστότερων. Έτσι, λοιπόν, από το «βουτυρόπαιδο» της παλαιάς εποχής (το πλουσιόπαιδο που ήταν παχύσαρκο λόγω της κατανάλωσης βουτύρου που ήταν τότε προνόμιο της ανώτερης τάξης) έχουμε πλέον σήμερα τους νορμοβαρείς «πλούσιους» και τους παχύσαρκους «φτωχούς»!

Όπως και νά ‘χει, πάντως, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες μπορούμε πάντα να επιλέγουμε το υγιεινότερο τρόφιμο και να κάνουμε εν γένει προσεκτικότερες διατροφικές επιλογές, γιατί άλλωστε «είμαστε ότι τρώμε».

Ευάγγελος Φουστέρης, M.D., Ph.D., Παθολόγος με Μετεκπαίδευση στο Ζαχαρώδη Διαβήτη
Μέλος Ελληνικής Διαβητολογικής Εταιρείας & Ελληνικής Ιατρικής Εταιρείας Παχυσαρκίας
Δημοσιεύθηκε στη «Φωνή της Νέας Σμύρνης» στις 11 Μαρτίου 2015.